ΠΟΠ Μονεμβασία-Malvasia
ΠΟΠ
Μονεμβασία-Malvasia
Ποικιλία:
- Μονεμβασιά (min 51%)
- Ασύρτικο
- Ασπρούδες
- Κυδωνίτσα
Σημαντικότερα στυλ:
- Οίνος από λιαστά σταφύλια
Περιοχή:
Λακωνία, Πελοπόννησος
Τύποι κρασιών:
- Λευκός οίνος από λιαστά σταφύλια
- Λευκός οίνος ενισχυμένος από λιαστά σταφύλια
Η ζώνη
Η ζώνη παραγωγής οίνων ΠΟΠ Μονεμβασία – Malvasia εκτείνεται στην κτηματική περιφέρεια των πρώην Δήμων Μονεμβασίας, Ασωπού, Βοιών και Μολάων του νομού Λακωνίας. Η περιοχή αποτελεί τη χερσόνησο του Μαλέα, φυσική απόληξη της οροσειράς του Πάρνωνα (Μαλεβός) . Βρέχεται βορειοανατολικά από το Μυρτώο πέλαγος και νοτιοδυτικά από τον Λακωνικό κόλπο. Το υψόμετρο κυμαίνεται από 0-500 μέτρα, ενώ παρουσιάζει έντονο ανάγλυφο. Η περιοχή έχει έντονο αιολικό δυναμικό, καθώς προσβάλλεται άμεσα από ανέμους διαφορετικών κατευθύνσεων λόγω της γεωγραφικής της θέσης.
Ιστορία
Ο ξακουστός γλυκός Μαλβαζίας οίνος παραγόταν κατά την περίοδο του Μεσαίωνα, στη Λακωνία. Με αφετηρία το λιμάνι της Μονεμβασιάς, οι Βενετοι ταξίδεψαν το συγκεκριμένο κρασί σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Στη συνέχεια, η παραγωγή του επεκτάθηκε στις Κυκλάδες, κυρίως στην Πάρο, αλλά και στην Κρήτη. Για αρκετούς αιώνες αποτέλεσε ένα από τα πιο φημισμένα κρασιά εκείνης της εποχής.
«Την τρανότερη απόδειξη της ποιότητας και της φήμης του οίνου αυτού αποτελεί το γεγονός ότι οι Βενετοί και Γενουάτες μιμήθηκαν τον τρόπο παρασκευής του στην Κρήτη και τις κτήσεις τους στα νησιά του Αιγαίου και οικειοποιήθηκαν το όνομα καταγωγής του…..» αναφέρει η Σταυρούλα Κουράκου- Δραγώνα σε άρθρο της με τίτλο Μαλβαζία : «Βυζαντινό κρασί με φράγκικη επωνυμία καταγωγής».
Αδιάψευστη απόδειξη της αμπελοκαλλιέργειας του παρελθόντος αποτελούν και οι χιλιάδες πεζούλες της περιοχής και οι διάσπαρτοι πετρόκτιστοι ληνοί εντός των αμπελώνων.
Ποικιλίες και χαρακτηριστικά
Τα γλυκά κρασιά ΠΟΠ Μονεμβασία – Malvasia παράγονται από σταφύλια της ποικιλίας Μονεμβασιά σε ποσοστό τουλάχιστον 51% και ένα κυμαινόμενο ποσοστό των ποικιλιών Ασύρτικο, Κυδωνίτσα και Ασπρούδες. Ο ελάχιστος χρόνος υποχρεωτικής οξειδωτικής παλαίωσης που πραγματοποιείται κατά την παραμονή τους σε δρύινα βαρέλια, είναι τουλάχιστον 24 μήνες, όμως συνήθως παλαιώνουν για περισσότερο χρόνο αποκτώντας βαθύ χρυσό – κεραμιδί χρώμα με σύνθετα αρώματα αποξηραμένων φρούτων, γλυκών μπαχαρικών, μελιού και σταφίδας αλλά και πολύ ισορροπημένη γλυκιά γεύση, με μακρά διάρκεια.